ΓΛΩΣΣΑΡΙ
ΟΜΟΦΥΛΟΦΙΛΙΚΩΝ ΟΡΩΝ ΣΤΑ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ

από το Λεξικό LIDDELL-SCOTT

 
ΚΑΤΑΠύΓΩΝ = ΚΙΝΑΙΔΟΣ = ΚΑΤΑΠΡΩΚΤΟΣ = ΕΥΡΥΠΡΩΚΤΟΣ = ΠΕΠΟΡΝΕΥΜΕΝΟΣ = ΜΑΡΙΚΑΣ


ΚΙΝΑΙΔΟΣ = ο κινών την Αιδώ, που με το πέρασμά του προκαλεί σε όλους ντροπή
παραδομένος σε παρα φύσιν σαρκικές επιθυμίες, όλως δι όλου αισχρός, αχρείος, ασελγής
ΚΙΝΑΙΔΙΑ = ΚΙΝΑΙΔΕΙΑ = η παρά φύσιν ασέλγεια
ΚΙΝΑΙΔΕΥΟΜΑΙ = είμαι κίναιδος
ΚΙΝΑΙΔΙΑΙΟΣ = ο παραδομένος εις εις παρα φύσιν επιθυμίας, ο παρά φύσιν ασελγής
ΚΙΝΑΙΔΙΖΟΜΑΙ = άγω βίον κιναίδου, φέρομαι ως κίναιδος
ΚΙΝΑΙΔΙΣΜΑ = η παρά φύσιν ασέλγεια
ΚΙΝΑΙΔΟΓΡΑΦΟΣ = ο γράφων περί ασελγειών
ΚΙΝΑΙΔΟΛΟΓΕΩ = ομιλώ περί αισχρών και ασελγών πραγμάτων (ΚΙΝΑΙΔΟΛΟΓΙΑ, ΚΙΝΑΙΔΟΛΟΓΟΣ)
ΚΙΝΑΙΔΩΔΗΣ = κατά τον τρόπο των κιναίδων

ΚΑΤΑΠΥΓΩΝ = κίναιδος
ΚΑΤΑΠΥΓΟΣΥΝΗ = κτηνώδης όρεξις, σαρκική επιθυμία παρά φύσιν
ΚΑΤΑΠΥΓΙΖΩ = ενεργώ ως καταπύγων, είμαι κίναιδος, την πυγήν επί πολύ μεταφέρει εν τω βαδίζειν, περπατώ κουνιστά

ΚΑΤΑΠΡΩΚΤΟΣ = ο καταπύγων
ΚΑΤΑΠΡΩΚΤΙΖΩ = καταπυγίζω

ΑΣΕΛΓΕΙΑ = ακολασία, η μετά θρασύτητος βία, λαγνεία, ακολασία, αισχρότης, ΥΒΡΙΣ
ΑΣΕΛΓΗΣ = ο ακόλαστος, ο κτηνώδης, αισχρός, βίαιος
ΑΣΕΛΓΗΜΑ = ΥΒΡΙΣ = ασελγής πράξις
ΑΣΕΛΓΟΜΑΝΕΩ = είμαι εμμενώς ασελγής

ΥΒΡΙΣ = πράξις ακόλαστη ασελγής, φθείρειν ασελγώς γυναίκας και παίδας
ΥΒΡΙΖΩ = φέρομαι υβριστικώς με χρήση βίας, βιάζω, ακολασταίνω, παραδίδομαι υπερμέτρως σε ηδονές, επί σαρκικής ηδονής ακολασταίνω ή ασελγαίνω
ΥΒΡΙΣ ΔΙ ΑΙΣΧΡΟΥΡΓΙΑΣ = ΣΚΛΗΡΟΣ ΝΟΜΟΣ ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ με ποινή έως και θανάτου
ΥΒΡΙΣΤΙΚΟΣ = ακόλαστος επί προσώπων

ΕΥΡΥΠΡΩΚΤΟΣ = ο κίναιδος, ο τιμωρημένος εκ ραφανισμού μοιχός
ΕΥΡΥΠΡΩΚΤΙΑ = η κατάστασις κιναίδου

ΜΑΡΙΚΑΣ = κίναιδος
η ρίζα ΜΑΡ- εκτός της εννοίας του απαστράπτοντος σημαίνει και χοροπήδημα, πήδημα πάνω-κάτω... εξ ου και μαρ-μαρυγή

   
Γλώσσα Αρχαία Ιστορία ΤΕΥΧΟΣ 25ον