Η ΜΟΔΑ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΝΙΖΕΙΝ  ΣΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ
 

Καθένας, σχετικός ή άσχετος, είναι σε θέσι, εάν προσέξει, να διακρίνη τις διαφορές του τρόπου, δηλαδή του ύφους, του ήθους και του χαρακτήρα, του δημοτικού τραγουδιού και της Βυζαντινής εκκλησιαστικής μουσικής. Οι διαφορές αυτές είναι εντελώς ευδιάκριτες και εντοπίζονται στον ρυθμό, στις χροιές των ήχων, στις κορώνες, στα διαστήματα των κλιμάκων, στις έλξεις των φθόγγων και στην δυναμικότητα της εκτελέσεως. Ακόμη και το μοιρολόι τραγουδιέται μ' αυτό το ύφος το οποίο γενικώς χαρακτηρίζεται ως λεβέντικο. Το απαλό και ελαφρό και γενικώς το ύφος το οποίο χαρακτηρίζεται ως "ευαίσθητο" και "λεπτεπίλεπτο" απουσιάζει από το δημοτικό τραγούδι χωρίς να χρεώνεται αυτό όμως τους χαρακτηρισμούς του άτεχνου και του χοντροκομένου. Γενικώς το ύφος του θα μπορούσαμε να το χαρακτηρίσουμε ως ανδρώδες.
Εσχάτως, εδώ και τρεις περίπου δεκαετίες, εισήχθη και καλλιεργήθηκε από ορισμένους ψάλτες της βυζαντινής μουσικής η μόδα του ψάλλειν το δημοτικό τραγούδι με καθαρώς βυζαντινότροπο ύφος. Οι πρώτοι διδάξαντες ιεροψάλτες Μπαντής και Δασκαλούδης καθιέρωσαν το ύφος αυτό στις αρχές της δεκαετίας του 1970 στην περιοχή του Παγγαίου. Η επί μία δεκαετία 1985-86 συνεχής έρευνα του θέματος δεν οδήγησε στην αρχή του νήματος, δίδοντας σοβαρούς λόγους να πιστεύη κανείς ότι επρόκειτο για φαινόμενο πρόσφατο^ τουλάχιστον μεταπολεμικό. Ώσπου ο φίλος Σωτήρης Μπιρμπίλης, μας παρέδωσε, συν τοις άλλοις και μια μαγνητοταινία την οποία κατέγραψε ο ίδιος το 1968 και στην οποία οι εν λόγω ιεροψάλτες τραγουδούν τα δημοτικά τραγούδια με καθαρό δημοτικό ύφος. Και ενώ μέχρι την δεκαετία του 1980 η μόδα παρέμενε στα πλαίσια της πέριξ του Παγγαίου περιοχής, από τις αρχές περίπου της δεκαετίας του 1990 το φαινόμενο σταδιακά εξαπλώθηκε σ' όλη την επικράτεια επιρρεάζοντας, προς το παρόν τουλάχιστον, λίγους, με τάση όμως ανοδική απ' ότι μπορούμε να παρατηρήσουμε.

Επί μιάμισυ χιλιετία δηλαδή το δημοτικό τραγούδι τήρησε τις αποστάσεις του από την βυζαντινή μουσική και τώρα η τελευταία αυτή αποπειράται να το καταβροχθίση, αφού στο τραγούδι η ουσία του δεν είναι τόσο το παβουγαδι του όσο το ύφος και ο χαρακτήρας του. Οι περισσότεροι ιεροψάλτες τραγουδούν ακόμη το δημοτικό τραγούδι ως είθισται σεβόμενοι τον χαρακτήρα του και γενικώς την παράδοσι.

Άλλες ανάγκες εξυπηρετεί το ένα είδος κι άλλες το άλλο.

Το δημοτικό τραγούδι είναι η άρρηκτη συνέχεια της μουσικής των Ελλήνων και τραγουδά και σχολιάζει την ζωή δηλώνοντας ένα ξεκάθαρο ΝΑΙ προς αυτή και προς όλον τον υπαρκτό κόσμο.

Η βυζαντινή εκκλησιαστική μουσική είναι αυτή η οποία εξυμνεί έναν ξένο θεό, τον θεό των πρωτοϊστορικών βεδουίνων της Παλαιστίνης, τον Γιαχβέ και τον υιόν του Γιεχοσουά, και η οποία μουσική περιφρονεί την ζωή αυτήν και τον κόσμο τον εδώ αφού σκοπεύει στον ουράνιο κόσμο, αυτόν τον άλλο, απευθύνοντας στον υπαρκτό ένα μεγάλο ΟΧΙ.

Πως λοιπόν τόσο διαφορετικοί χαρακτήρες να συνάδουν;

Οι βυζαντινολάγνοι αυτοί έφθασαν στο σημείο να ισχυρίζονται αναιδώς οτι δεν είναι δυνατόν να τραγουδά ή να εκτελή κανείς στο όργανό του την δημοτική μουσική εάν δεν γνωρίζει άριστα την βυζαντινή. Χάριν δηλαδή της απόψεως αυτής πρέπει όλοι μας να διαγράψουμε από την μνήμη μας τους χιλιάδες αυτούς τραγουδιστές και οργανοπαίκτες της παραδοσιακής μας μουσικής οι οποίοι αγνοούν παντελώς την βυζαντινή.

Το δημοτικό τραγούδι περιφρόνησε την ξενόφερτη θρησκεία και την αλλοτριότροπη μουσική της και μάλιστα την σχολίασε ειρωνικά σε εκατοντάδες τραγούδια όπως παρετήρησαν και κατέγραψαν στις μελέτες τους οι περισσότεροι λαογράφοι (Πολίτης, Κυριακίδης κ.ά.).

Και παρά τον ανελέητο διωγμό που υπέστη από τους πατέρες της εκκλησίας με προεξάρχοντα τον Ιωάννη τον Χρυσόστομο, κατόρθωσε να παραμείνη αλώβητο επί μιάμισυ χιλιετία. Και τώρα διά της ύπουλης τακτικής της διαστροφής του χαρακτήρα του, δηλαδή της ψυχής του, κινδυνεύει να αφανισθή μέσα στην σαγήνη της βυζαντινομανίας.

Ας αναλογισθούν οι υπαίτιοι την εγκληματική τους αυτή συμπεριφορά προς τον Ελληνικό παραδοσιακό πολιτισμό, και την τεράστια αυτή ευθύνη που τους βαραίνει. Ή τουλάχιστον ας μας εξηγήσουν γιατί η διαστροφή αυτή οδηγεί προς κάτι το καλύτερο.

Παρακολουθώντας επί μια δεκαετία τους τραγουδιστές της μόδας αυτής διεπίστωσα ότι αφού τραγουδούν συνεχώς κυρίως επιτραπέζια τραγούδια στις συνεστιάσεις που πραγματοποιούν τακτικώς, όταν τυχαίνει να τραγουδήσουν και κανένα χορευτικό τότε στην κυριολεξία δολοφονούν τον ρυθμό του μ' αποτέλεσμα αυτό να μη χορεύεται καθόλου.

Τα τραγούδια όμως έγιναν για τον χορό κι όχι το αντίθετο. Και Ελληνικός λαός αχόρευτος δεν μπορεί να υπάρξη. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο υπάρχουν αποφάσεις οικουμενικών συνόδων αι οποίαι απαγορεύουν ρητώς και κατηγορηματικώς τον χορό στο χριστεπώνυμο πλήρωμα. Επομένως κατά τας θεοπνεύστους αποφάσεις των οικουμενικών ορθοδόξων συνόδων, πας ορθόδοξος χριστιανός ο οποίος ορχείται τυγχάνει αιρετικός.

Αλλά και αφορισμοί του ελληνικού τραγουδιού και χορού περιέχονται σε πατερικά κείμενα.

 

του μουσικού Σταύρου Βαδέκη

   
Μουσική