ΔΗΜΟΤΙΚΗΣ ΠΑΡΕΝΕΡΓΕΙΑΙ
 

 

Η γλώσσα είναι, όπως λέγεται, ζών οργανισμός και ως οργανισμός μεταπλάσσεται συνεχώς ως υποκείμενη εις τους νόμους της εξελίξεως. Αυτό είναι μία πραγματικότης εκτός πάσης αμφιβολίας, από την οποίαν δεν θα μπορούσε να εκφύγη και η ελληνική γλώσσα, η ύπαρξις της οποίας μετράται με τις χιλιετίες. Η γλώσσα μέσα από την εξελικτική της πορεία, είναι κατά κάποιον τρόπο ο καθρέπτης της ιστορικής ζωής ενός έθνους. Παρακολουθεί και καταγράφει τις ευτυχείς στιγμές και τις περιόδους εξάρσεως, όσο και τις δοκιμασίες και τα δεινοπαθήματα. Έτσι λοιπόν υπάρχουν εξελικτικές διαδικασίες ομαλές και άρα αποδεκτές, που πραγματοποιούνται μέσα από ευνοϊκές συγκυρίες, όπως η εξέλιξις της ελληνικής γλώσσης από του Ομήρου μέχρι και των Αλεξανδρινών Χρόνων. Επίσης η αγγλική γλώσσα, που χάρις στην γλωσσοπλαστική μεγαλοφυία ενός Shakespeare, εξελίχθηκε στο σημερινό παγκόσμιο γλωσσικό όργανο.

Υπάρχουν όμως και γλωσσικές εξελίξεις, που γίνονται κάτω από άκρως δυσμενείς συνθήκες, οπότε τότε δεν μπορούμε πλέον να ομιλούμε περί προόδου, αλλά περί οπισθοδρομήσεως. Τέτοια ήταν η μετέπειτα πορεία της ελληνικής γλώσσης, που παρηκολούθησε και αυτή τις δοκιμασίες του έθνους μέσα από την μακραίωνα ρωμαϊκή κατάκτηση και αργότερα στην 500ετήτουρκική δουλεία. Ένα πρώτο σύμπτωμα ήταν η διεύρυνσις του χάσματος μεταξύ της γραφομένης και της ομιλουμένης γλώσσης, ενώ η τελευταία υφίστατο μία ραγδαία φθορά λόγω της επικρατούσης τότε γενικής αμαθείας και απαιδευσίας, αλλά και λόγω της μαζικής εισαγωγής εξωγενών στοιχείων και τύπων. Έτσι λοιπόν με την συνεχή απομάκρυνση της ομιλουμένης από την γραφομένη λογία, προέκυψε η δημώδης γλώσσα, από την μετεξέλιξη της οποίας προήλθε η σημερινή Δημοτική. Πρέπει να λεχθεί εκ προοιμίου ότι η δημώδης γλώσσα όπως προέκυψε αμέσως μετά την Απελευθέρωση από τους Τούρκους, ήταν προφανώς προϊόν αγραμματοσύνης και αμαθείας.

Η απλοϊκή και πηγαία γλώσσα του Μακρυγιάννη, μας δίνει το στίγμα της τότε ομιλουμένης, η οποία βεβαίως σε καμμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να διεκδικήση την επισημοποίηση και καθιέρωση. Αμέσως μετά την Απελευθέρωση εξέσπασε αγών για την επικράτηση μεταξύ Καθαρευούσης και Δημοτικής, που κράτησε με εναλλασσόμενες φάσεις περίπου 150 έτη και έληξε τελικώς με την καθιέρωση της Δημοτικής. Σήμερα η Δημοτική είναι η επίσημος γλώσσα του κράτους και αποτελεί μία πραγματικότητα αναμφισβήτητη, που δεν επιτρέπεται να αγνοούμε, είτε συμφωνούμε με αυτήν, είτε όχι. Αυτό όμως δικαιολογεί τόσο μένος κατά του γλωσσικού παρελθόντος της χώρας; Γιατί αυτή η αποστροφή προς την αρχαιότητα και προς την λογία γενικώς παράδοσι, που και αυτή αποτελεί επίσης μία ιστορική πραγματικότητα; Πρέπει να διαγράψομε τον Κάλβο, τον Παπαδιαμάντη, τον Παπαρρηγόπουλο κ.ά. ;

Σήμερα μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι το πείραμα της Δημοτικής, 20 χρόνια μετά την καθιέρωσί της και 12 χρόνια μετά την επιβολή του μονοτονικού, απέτυχε. Αυτό δείχνουν τα αποτελέσματα: Λεξιπενία, υποβάθμισις των σπουδών, γλωσσικός εκχυδαϊσμός. Ο λόγος πρέπει να αναζητηθή στο ότι θέλησε να τραβήξει τον δρόμο μόνη της, αποκόπτουσα τους οργανικούς δεσμούς με τον κορμό της ενιαίας ελληνικής γλώσσης, όπως την διεμόρφωσαν οι αιώνες. Σήμερα ο μύθος της αυθυπαρξίας της Δημοτικής έχει καταρριφθή και όλο και περισσότεροι γλωσσολόγοι και σκεπτόμενοι άνθρωποι τείνουν στην αποδοχή του ενιαίου και διαχρονικού της ελληνικής γλώσσης. Από το άλλο μέρος, η ηττηθείσα τελικώς στην αναμέτρησι Καθαρεύουσα, είναι η μεγάλη αδικημένη της ιστορίας. Χαρακτηρίσθηκε ως τεχνητή γλώσσα, ενώ της απεδόθησαν κατά καιρούς και άλλοι χαρακτηρισμοί λιγώτερο ευγενικοί. Αυτό όμως αποτελεί μία υπεραπλούστευσι και μία ασυγχώρητη παραγνώρισι της μεγάλης προσφοράς της.

Η Καθαρεύουσα τελεί εις άμεσον σχέσιν με τον ακένωτον γλωσσικό πλούτο της αρχαίας ελληνικής, ενώ χρεώνεται ακόμη με δύο μεγάλες ιστορικές επιτεύξεις: Την ευρυτάτη κάθαρσι της γλώσσης, που ανέλαβε μετά την Απελευθέρωσι, από τα αλλότρια στοιχεία (τουρκικά, αλβανικά, σλαβικά) και την γλωσσοπλασία χιλιάδων νέων λέξεων προσηρμοσμένων στις καινούργιες ανάγκες που ανέκυψαν την εποχή εκείνη. Π.χ. είδησις αντί χαμπέρι, στρατός αντί ασκέρι, παντοπώλης αντί μπακάλης, θερμάστρα (σόμπα), τυφέκιον (ντουφέκι), κτλ. Και ακόμη: Κατάστημα, δημοσιογράφος, ποδήλατο σιδηρόδρομος, βιομηχανία, βουλευτής, πρωθυπουργός, αλεξίπτωτον, λεωφορείον κτλ. Δεν είναι δύσκολο να φαντασθούμε, ποιά θα ήταν η μορφή των όρων αυτών, αν συνετίθεντο με βάσιν την Δημοτική, όταν έχωμε παραδείγματα, όπως το πισωγύρισμα, χρονοντούλαπο, Παρθενός (αντί για τον Παρθενώνα, με δράστη τον Ιω. Ψυχάρη), αραχτός, κυριλές κ.ά. Ήταν λοιπόν τόσο κακό αυτό το έργο, ώστε να επισύρη το μένος και την μήνιν των ζηλωτών της Δημοτικής; Και όμως αν δεν υπήρχε η καθαρεύουσα, είναι βέβαιο ότι σήμερα θα μιλούσαμε ένα τουρκοελληνικό ιδίωμα, σαν αυτό που διακωμωδείται στην "Βαβυλωνία" του Δ. Βυζαντίου. Μετά το 1976 όμως μία αντίστροφη πορεία σημειώνεται και από την Κερκόπορτα της Δημοτικής μπήκαν στα σχολικά βιβλία εκατοντάδες τουρκόφερτες κυρίως λέξεις. Δεν ομιλώ για την μαζική εισβολή αγγλοσαξωνικών όρων γιατί αυτό αποτελεί θέμα για άλλη συζήτησι. Δεν έχει παρά να ανοίξει κανείς τα αναγνωστικά του Δημοτικού, για να αντιληφθή την έκταση του κακού. Ιδού μερικά δείγματα: Τσαλίμια, μπόλικος, ζεμπίλια, μπερδεύω, τεμπεσίρι, σόϊ, τσαντίρι, μανάβικο, τεμπέλης (Δ' Δημοτικού). Κέφι μπελάς, μπόγος, καυγάς, μπαϊλντίζω, σούσουρο, μπουρί, σόμπα, χαϊβάνι (!), ράφι, μπαμπάς, τσεμπέρι, λεφούσι, μαχαλάς, μπογαλάκια, καλντερίμι κτλ (Ε' Δημ.). Ευγενής τροφή για τους νεαρούς βλαστούς μας.....

Το σπουδαίο έργο της Καθαρευούσης τα τελευταία 150 χρόνια, πήγε δυστυχώς χαμένο και γυρίσαμε πάλι πίσω από εκεί που ξεκινήσαμε. Ένα από τα κύρια προβλήματα της ελληνικότητος, είναι να αποκαθάρωμε την γλώσσα και την ζωή μας, από τις ανατολίτικες επιδράσεις, από τον τουρκισμό, που έχει εμποτίσει εις βάθος τα κύτταρα του Έθνους. Να ξετουρκέψουμε την γλώσσα μας. Το ζήτημα είναι, τι θα απομείνη από την δημοτική, όταν χιλιάδες οθνείαι λέξεις, όπως το μετερίζι, άτι, σούρουπο, πρεβάζι, αγιάζι, μπουγάζι, ντουβάρι, μαχαλάς, αμάν, καρδάσι κ.τ.λ., αποτελούν κύρια στοιχεία εκφράσεως και μάλιστα με καλλιλογικές προθέσεις. Ολίγα τινά τώρα για το μονοτονικό σύστημα, που επεβλήθη δια νόμου το 1982. Και αυτό εδοκιμάσθη δώδεκα χρόνια τώρα και τα αποτελέσματα δεν εδικαίωσαν τις αρχικές προβλέψεις. Η κατάργησις των τονικών σημείων διεσάλευσε την γλωσσική πειθαρχία, με πρώτο θύμα την ορθογραφία. Λάθος μέγα είναι το λεγόμενον ότι η αξία τους ήταν αμελητέα, "απλά σημαδάκια". Ουδέν τούτου αναληθέστερον, ιδίως προκειμένου περί της δασείας. Το επιχείρημα δε ότι οι αρχαίοι δεν χρησιμοποιούσαν τονικά σημεία, είναι ασύστατο και δεν αντέχει στην κριτική. Μήπως οι Αλεξανδρινοί δεν ήταν αρχαίοι: Άλλωστε η γραφή ουδέποτε έπαυσε εξελισσομένη. Αλλιώς εγράφετο την εποχή του Πεισιστράτου (π.χ. ΗΙLLΥΡΙΟΣ=ΙΛΛΥΡΙΟΣ, ΘΡΑΙΧΣ=ΘΡΑιΞ, ΤΕΙ=ΤΗι, ΣΚΥΘΕΣ=ΣΚΥΘΗΣ κτλ) και αλλιώς μετά την μεταρρύθμισι του Ευκλείδου (403 π.Χ.), οπότε Η=ΕΕ, Ξ=ΚΣ κ.ά. Γιά ποιά αρχαία λοιπόν ομιλούμε, όταν μάλιστα εγράφετο τότε μεγαλογράμματος και χωρίς διαστήματα; Η Ελληνική γραφή μετά την καθιέρωσι των τονικών σημείων περί το 200 μ. Χ., σταθεροποιήθηκε γιά πολλούς αιώνες μέχρι περίπου τον 8ον μ. Χ. ότε επεβλήθη πλέον η μικρογράμματος γραφή.

Το πολυτονικό σύστημα είχε λοιπόν μία μακραίωνα ζωή περίπου δώδεκα αιώνων, καθ΄ ην εδοκιμάσθη και επέτυχε, ώστε να θεωρήται ασυγχώρητος ελαφρότης η βάναυσος διά νόμου κατάργησίς του. Και είμαστε ακόμη στην αρχή και αν συνεχισθή αυτός ο κατήφορος, τότε από το μονοτονικό υπάρχει φόβος να οδηγηθούμε στο μονοφωνικό και αργότερα ίσως στην υιοθέτηση του λατινικού αλφαβήτου. Όμως ο Δημοτικισμός δεν είναι μόνον ένα γλωσσικό κίνημα. Έχει φιλοδοξίες κατά πολύ ευρύτερες. Θα έλεγε κανείς οτι είναι η ιδεολογία της Ρωμιοσύνης, κατ΄ αντιδιαστολήν προς τον Ελληνισμόν. Ο Δημοτικισμός επιθυμεί πλήρη αυθυπαρξία και αυτονόμησι από την αρχαιότητα, ενώ συγχρόνως αισθάνεται συμπάθεια και οικείωσι προς την ρωμαϊκή αρχαιότητα και την μεσαιωνική συνέχειά της, που καταχρηστικώς ωνομάσθη "βυζαντινή". Πρέπει να λεχθή εν παρεκβάσει οτι "Βυζαντινή Αυτοκρατορία" δεν υπήρξε ποτέ, ούτε υπήρξε πράξις συστάσεως ενός τοιούτου κράτους. Απ' αρχής μέχρι τέλους εφέρετο ως Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία - Imperium Romanum - οι δε αυτοκράτορες μέχρι και του Κωνσταντίνου ΙΑ' Παλαιολόγου απεκαλούντο "Βασιλείς Ρωμαίων". Ο όρος είναι λεκτικό πλάσμα ευρωπαίων ιστορικών του 16ου και 17ου αιώνος, που ανέκαθεν θεωρούσαν το κράτος της Κων/πόλεως Bas Empire και δεν ήταν διατεθειμένοι να χαρίσουν τον "ρωμαϊσμό" στους "αιρετικούς" Έλληνες. Το περίεργο είναι ότι ο όρος αυτός έγινε ασμένως αποδεκτός από την ελληνική ιστοριογραφία για εντελώς διαφορετικούς λόγους, διότι έτσι υπεγραμμίζετο ο ελληνικός χαρακτήρ της αυτοκρατορίας και εκαλύπτετο ένα μεγάλο χάσμα στην ιστορία του Έθνους.

Το δημοτικιστικό κίνημα λοιπόν συνεδέθη από την αρχή με το όνομα των Ρωμηών και όχι απλώς με την "ρομέηκη γλόσα". Το αδιάλλακτο ιδεολογικό όργανο των δημοτικιστών, που εκδόθηκε το 1904 από τον Δ.Π. Ταγκόπουλο, δεν βρήκε άλλο όνομα για τίτλο, παρά εκείνο του δευτέρου βασιλέως της Ρώμης του Νουμά, μυθικού προστάτου των λατινικών γραμμάτων και το περιοδικό αυτό με τον ομώνυμο τίτλο υπεδήλωνε ότι υπηρετεί τα ρωμαϊκά και όχι τα ελληνικά ιδεώδη. Ένας άλλος πρωτοπόρος του Δημοτικισμού, ο Αργύρης Εφταλιώτης, θέλησε να δώσει μεγαλύτερη έμφασι στην ρομέϊκη συνείδησι και μάλιστα χωρίς υπαινιγμούς και υπονοούμενα. Με το σχεδίασμά του "Ιστορία της Ρωμιοσύνης", που εδημοσίευσε το 1901, διασπά πλήρως το Έθνος, διαχωρίζων τους Νέους από τους Παλαιούς, τους Ρωμηούς από τους Έλληνες. Η άλωσις της Κορίνθου (146 π. Χ.) και η υποδούλωσις της Ελλάδος στους Ρωμαίους, είναι γιά τον Εφταλιώτη και τους ομοίους του, "η ένδοξη αρχή της ιστορίας των Ρωμηών". Ο νεογραικυλισμός στην αποθέωσή του ...! Τις θέσεις των "ρωμαιοφρόνων" υπεστήριξαν με πολύ ζήλο ο Α. Πάλλης και ο Πέτρος Βλαστός, στον δε δημοσιογραφικό αγώνα που ακολούθησε, συνετάχθη με αυτούς και με το όνομα της Ρωμιοσύνης και ο Κωστής Παλαμάς. Να και κάτι πολύ λίγο γνωστό για τον "εθνικό" μας ποιητή. Ο Γιάννης Ψυχάρης, ο πατριάρχης του δημοτικισμού, ήταν και αυτός θαυμαστής του ρωμαϊκού πνεύματος της ενότητος και περιφρονούσε την ελληνική τάσι για διάσπαση. Επίστευε οτι "Οταν το 1821 ο Μπότσαρης και οι όμοιοί του ξεσηκώνονταν, υπήκουαν χωρίς μήτε να το ξέρουν (ο Ψ. όμως το ήξερε...) σε μία ρωμαϊκή ώθηση". Αντίθετα έβλεπε οτι "Η Ακρόπολη μ' όλη την αρχαία της δόξα είναι έτοιμη (άκουσον!) να πέση και να μας πλακώση", όπως γράφει στις πρώτες σελίδες του περιβόητου "Ταξιδιού" του. Και αισθανόταν μέχρι τέλους Ρωμηός ο Ψυχάρης. Άλλος "ρωμαιόφρων" δημοτικιστής, ο Μένος Φιλήντας, που μάλιστα απεκλήθη "Πρωτοπαλλήκαρο της Ιδέας", έγραφε το 1929: "Prepi na grafoume me to latiniko alfavito ...". Στο ίδιο μήκος κύματος, ο άλλος επιφανής του Δημοτικισμού Δημήτρης Γλυνός, έλεγε περίπου την ίδια εποχή: "το λατινικό αλφάβητο μας εισάγει μορφικά στην οικογένεια των ευρωπαϊκών λαών, έπειτα λύνει με μιας το ορθογραφικό πρόβλημα". Λαμπρό δίδαγμα παρακμής και ήσσονος προσπαθείας και μάλιστα από ένα πρωταγωνιστή της πρώτης "Εκπαιδευτικής Μεταρρύθμισης". Όπως βλέπομε λοιπόν ο Δημοτικισμός εμφανίσθηκε με διαθέσεις συγκεκροτημένης ιδεολογίας και όχι σαν μία απλή γλωσσική ανανεωτική κίνησις. Το άσχημο όμως είναι ότι λίγοι αντελήφθησαν τις πραγματικές του προθέσεις και δεν τον αντιμετώπισαν όπως θα έπρεπε επί του ιδεολογικού και εθνικού πεδίου.

Ιωάννης - Άδωνις Μελικέρτης

 
 
[ Πίσω ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ] [ Πίσω ΤΕΥΧΟΣ 2ον]