|
Η βροχή έφερε στο φως τ' αποκεφαλισμένον
άγαλμα του κούρου
στ' ακρόγωνο του Ναού των Μεγάλων Θεών.
Στα παληά βιβλία είχε κι' αυτός το ίδιο αινηγματικό
χαμόγελο σοφίας
ίσως πρόωρον δείγμα των νέων αυτών λατρευτών
των θεαινών.
Ανοίξαμε συρτάρια
ταις παληαίς ευπροσάρμοστες σε νεανικά κεφάλια
κορδέλαις των μαλλιών ευρήκαμε
σ' είδωλα εξαίσια από τους γάμους της μητέρας
και ταις εορταίς ομορφιάς του κλήδονος.
Εστερεώσαμε το κεφάλι
του εδέσαμε ταις πληγαίς του λαιμού του
με εορτάνια πεντάνευρων και πικροδάφνης.
Χαίρεται τ' άγαλμα κλαίει και το φεγγάρι
στο γέρμα του σπένδει στην γη.
Έτσι ατμίζεται η πίκρα της πέτρας.
Από το στόμα του αγάλματος φυτρώνουν
κυπαρίσσια
που θυμιατίζουν με ρετσίνι τον αέρα
κι' ανεμίζουν σημαίαις και φλάμπουρα σταις ράχες
και τα βουερά ποτάμια.
Υψώνονται από τους γύρω δαφνώνας
χέρια επινικίων.
Κάθε συλλαβή ο ρυθμός ενός σπαθιού από τα
θηκάρια
των πληγών του πέτρινου εφήβου.
Είν' η ώρα που θυμόμαστε το αιώνιο χρέος μας:
Το είδωλό μας είν' η ευψυχία των ζώντων
των ανανεωμένων οραμάτων μας
στο σώμα του θανάτου.
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΠΕΛΑΣΓΟΣ ΓΟΥΣΙΟΣ
|